Παραδόθηκε το πόρισμα της Ανεξάρτητης Επιτροπής Διερεύνησης για τις αιτίες των καταστροφικών πυρκαγιών στην Ελλάδα, που ανατέθηκε στον Γερμανό καθηγητή Johann Georg Goldammer, Διευθυντή του Παγκόσμιου Κέντρου Παρακολούθησης Πυρκαγιών (GFMC), μετά τις φονικές πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική.

Το πόρισμα καταγράφει τις παθογένειες και τα αίτια των πυρκαγιών στην Ελλάδα και προτείνει νομοθετικές ρυθμίσεις για την ριζική αναδιοργάνωση του μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας αλλά και ένα γενικότερο πλαίσιο προτάσεων για την πρόληψη και αποφυγή καταστροφικών πυρκαγιών.

Κατεβάστε εδώ το πλήρες κείμενο του πορίσματος

Βασικά συμπεράσματα

Οι πυρκαγιές δασών και υπαίθρου αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του φυσικού, πολιτισμικού και περιαστικού-βιομηχανικού τοπίου στην Ελλάδα. Το πρόβλημα επιδεινώνεται λόγω των κοινωνικοοικονομικών (χρήσεων γης, δημογραφικών) και κλιματολογικών αλλαγών, της έλλειψης ή των μηκατάλληλων θεσμικών μέτρων, του ανεπαρκούς και παλαιωμένου εξοπλισμού και της αναποτελεσματικής οργάνωσης για τη διαχείριση των πυρκαγιών, των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, και του συνδυασμού των αλληλεπιδράσεων των παραπάνω παραγόντων.

Η εξέλιξη του προβλήματος και η σημερινή κατάσταση στοιχειοθετήθηκαν με σαφή τρόπο στο πρώτο μέρος της έκθεσης της Επιτροπής. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι υπάρχει αύξηση του αριθμού των δασικών πυρκαγιών και των καμένων δασικών εκτάσεων στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ‘80 και μετά, φθάνοντας μάλιστα τα 2.700.000 καμένα στρέμματα κατά τη δραματική χρονιά του 2007-περίπου πενταπλάσια του μέσου όρου των τελευταίων σαράντα ετών.

Επίσης, από τα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι το 75% των καμένων εκτάσεων οφείλεται σε πυρκαγιές που ξεπερνούν τα 10.000 στρέμματα οι οποίες αντιστοιχούν στο 4% του συνόλου των πυρκαγιών, δείχνοντας ότι υπάρχει σαφώς ένα πρόβλημα μεγάλων δασικών πυρκαγιών.

Όσον αφορά τους λόγους για την επιδείνωση του προβλήματος, σημαντικότατο ρόλο παίζει:

  • η αύξηση της ποσότητας και συνέχειας της καύσιμης ύλης, εξαιτίας της εγκατάλειψης της υπαίθρου και της ελλιπούς διαχείρισης των δασών λόγω περιορισμού των διαθέσιμων κονδυλίων, αλλά και η άνευ σχεδιασμού, οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη πολλών περιοχών. Παράλληλα, σημειώνεται μια αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης και εξάπλωσης πυρκαγιών στις παρυφές των αστικών περιοχών, των οικισμών της υπαίθρου, των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και των τουριστικών περιοχών.
  • Τα περιστατικά της τελευταίας δεκαετίας και ιδιαιτέρως η καταστροφική πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο Μάτι τον Ιούλιο του 2018, καταδεικνύουν ότι η ανθρώπινη ασφάλεια και υγεία, ιδιωτικά και δημόσια αγαθά, καθώς και κρίσιμες υποδομές, βρίσκονται υπό την απειλή τέτοιων καταστροφικών πυρκαγιών.

Χωρίς την ύπαρξη έγκαιρου σχεδιασμού, πολλές από αυτές τις πυρκαγιές οι οποίες εκδηλώνονται στη μείξη αστικών και του τουριστικών κέντρων, αποτελούν ένα σημαντικό θέμα προς διαχείριση.

Οι αδυναμίες στο κομμάτι της αποτελεσματικής πρόληψης, μπορούν να αποδοθούν:

  • Στην έλλειψη ενιαίου και κοινού σχεδιασμού αντιπυρικής προστασίας.
  • Στην απουσία εγκεκριμένων και τεκμηριωμένων τοπικών αντιπυρικών σχεδίων.
  • Στα κενά και τη μειωμένη αξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων για το πυρικό ιστορικό που μπορεί να καθοδηγήσουν τις δράσεις πρόληψης.
  • Στη δυσκολία να υιοθετηθεί η χρήση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων και επιστημονικών μεθόδων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
  • Στην άναρχη και απρογραμμάτιστη δόμηση δασικών εκτάσεων και τη δημιουργία ζωνών μείξης δασών οικισμών γύρω από μεγάλα αστικά και τουριστικά κέντρα.
  • Την περιστασιακή ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των πολιτών και την αναποτελεσματική οργάνωση του εθελοντισμού.
  • Στη μεγάλη δυσαρμονία των κονδυλίων που διατίθενται για την πρόληψη, σε σχέση με τα πολλαπλάσια κονδύλια που δαπανώνται για την καταστολή των πυρκαγιών.

Όσον αφορά την καταστολή, τα αυξανόμενα κονδύλια της τελευταίας εικοσαετίας δεν οδήγησαν σε αντίστοιχη αύξηση στην αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα του μηχανισμού. Τα επί μέρους προβλήματα αφορούν τόσο τις δυνάμεις και τα μέσα (επίγεια, εναέρια), όσο και τον τρόπο συνεργασίας των φορέων μεταξύ τους.

Γενικότερα, η πεποίθηση που σχηματίσθηκε από τη μελέτη της νομοθεσίας, τα ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν ειδικοί εμπειρογνώμονες και οι εμπλεκόμενοι φορείς, αλλά και από τις επαφές δια ζώσης με εκπροσώπους των τελευταίων, είναι ότι τόσο το θεσμικό πλαίσιο, όσο και η εφαρμογή στην πράξη της διαχείρισης των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου στην Ελλάδα, είναι οι κύριοι λόγοι για την αναποτελεσματική διακυβέρνηση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η κατάσταση αυτή υπονομεύει τον απαιτούμενο συντονισμό και την επιχειρησιακή ετοιμότητα που απαιτούν οι μεγάλης κλίμακας ή ανεξέλεγκτες πυρκαγιές, οι οποίες έχουν δημιουργήσει πολύ σοβαρά προβλήματα στη χώρα μας την τελευταία δεκαπενταετία. Είναι ενδεικτικό ότι στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών συμμετέχουν σαράντα πέντε (45) συναρμόδιοι φορείς που πρέπει να συντονιστούν σε ένα κοινό πλαίσιο.

Ο συντονισμός της πρόληψης θα έπρεπε να ασκείται σύμφωνα με το Ν.2612/1998 από τη Δασική Υπηρεσία κάτι το οποίο λόγω νομικού κενού (μη ενεργοποίηση του άρθρου 100 του Ν.4249/2014) δε γίνεται.

Για την καταστολή των πυρκαγιών πρέπει να συνεργαστούν δεκαεπτά (17) φορείς, που ανήκουν σε έξι (6) Υπουργεία, προκειμένου να ασκήσουν έντεκα (11) διαφορετικές αρμοδιότητες.

Συνεπώς, η ύπαρξη και η μη επίλυση του προβλήματος των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου στην Ελλάδα, μπορεί να αποδοθεί στις παρακάτω υποκείμενες αιτίες:

  1. Έλλειψη ενός ενιαίου Εθνικού Σχεδίου Προστασίας από τις δασικές πυρκαγιές το οποίο να ολοκληρώνει
  2. τις αρμοδιότητες και το ρόλο όλων των εμπλεκόμενων φορέων στα θέματα της διαχείρισης των πυρκαγιών.
  3. Διάσπαση του ολοκληρωμένου σχεδιασμού της διαχείρισης των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου σε απομονωμένες και ασύνδετες δράσεις είτε πρόληψης είτε καταστολής, δημιουργώντας συντεχνιακά και υπηρεσιακά σιλό.
  4. Έλλειψη σύγχρονων, επιστημονικά τεκμηριωμένων και ενημερωμένων αντιπυρικών σχεδίων.
  5. Έλλειψη κλίματος και πνεύματος συνεργασίας ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς και υπηρεσίες και ιδιαίτερα μεταξύ Πυροσβεστικού Σώματος και Δασικής Υπηρεσίας.
  6. Καταφανής πριμοδότηση της καταστολής σε σχέση με την πρόληψη τόσο σε επίπεδο στρατηγικής όσο και σε επίπεδο χρηματοδότησης.
  7. Μειωμένη αποτελεσματικότητα της πρόληψης λόγω α) της υποχρηματοδότησης των έργων που την αφορούν και β) της μη-κάθετης οργάνωσης της Δασικής Υπηρεσίας η οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει το συντονισμό του έργου της πρόληψης των πυρκαγιών σε εθνικό επίπεδο.
  8. Πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο της προστασίας των δασών από τις πυρκαγιές που δεν συνδυάζονται με επιστημονική τεκμηρίωση των αντίστοιχων επιλογών, όπως η μεταφορά της αρμοδιότητας της δασοπυρόσβεσης με το Ν.2612/1998.
  9. Έλλειψη επαγγελματικής και πιστοποιημένης εκπαίδευσης του προσωπικού των εμπλεκόμενων φορέων για την κάλυψη επιχειρησιακών ρόλων διοίκησης των επιχειρήσεων δασοπυρόσβεσης.
  10. Χαμηλό επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς κατά τη διαχείριση των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου και το έλλειμμα συντονισμού που προκαλεί η κατάσταση αυτή στη φάση της καταστολής.
  11. Κατακόρυφη αύξηση κατά τις τελευταίες δεκαετίες της συνέχειας και του φορτίου της δασικής καύσιμης ύλης σαν συνέπεια της εγκατάλειψης της υπαίθρου και της υποχρηματοδότησης της διαχείρισης των δασών.
  12. Έλλειψη σχεδιασμού και εφαρμογών ολοκληρωμένων πολιτικών διαχείρισης των δασών και της υπαίθρου, οι οποίες περιλαμβάνουν τη στοχευμένη μείωση της καύσιμης ύλης μέσω κατάλληλων εργαλείων (βόσκησης, γεωργία κ.α.) ή διαχειριστικών πρακτικών οι οποίες περιλαμβάνουν τη χρήση της βιομάζας ως ανανεώσιμης πηγής ενέργειας ή τη χρήση της προδιαγεγραμμένης καύσης για τη μείωση της ευφλεκτικότητας του τοπίου. Χωρίς τη διαχείριση της καύσιμης ύλης, η αποτελεσματική πρόληψη των πυρκαγιών οδηγεί σε περαιτέρω αύξηση της καύσιμης ύλης και χειρότερες πυρκαγιές.
  13. Υπερβολική εξάρτηση του συστήματος πυρόσβεσης πυρκαγιών δασών και υπαίθρου από τα εναέρια μέσα.
  14. Μεταφορά πρακτικών πυρόσβεσης αστικών πυρκαγιών σε πυρκαγιές δασών και υπαίθρου.
  15. Υιοθέτηση μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που αντιλαμβάνεται το δασικό χώρο ως γεωτεμάχιο και όχι ως παραγωγικό πόρο.
  16. Έλλειψη ικανοποιητικής ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης των πολιτών και η αναποτελεσματική αξιοποίηση των εθελοντών.
  17. Έλλειψη αντίληψης του κινδύνου πυρκαγιάς στη ζώνη μείξης δασών-οικισμών και κυρίως
  18. Αποκλεισμός της επιστημονικής γνώσης, της καινοτομίας και της τεχνολογίας από την επιχειρησιακή πράξη της διαχείρισης των πυρκαγιών, κάτι που συνδέεται με την έλλειψη ενός εθνικού επιστημονικού, συντονιστικού φορέα για τον σχεδιασμό πολιτικής και στρατηγικής για την προστασία των δασών από τις πυρκαγιές ο οποίος να συνδέεται με την επιχειρησιακή πράξη.

Το προτεινόμενο νέο σύστημα

Προκειμένου να υλοποιηθεί ένα νέο και σύγχρονο σύστημα, το πρόβλημα των πυρκαγιών θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από την Πολιτεία ενιαία, μέσα από ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλαίσιο διαχείρισης των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου, και όχι με μεμονωμένες και ασύνδετες υπηρεσίες και δράσεις πρόληψης ή καταστολής.

Ο συνολικός και ενιαίος σχεδιασμός θα πρέπει να αφορά την πρόληψη και καταστολή των πυρκαγιών, καθώς και την αποκατάσταση των καμένων εκτάσεων σε μία λυσιτελή διαδικασία με σκοπό την ενίσχυση της ανθεκτικότητας όλων των παραγόντων που πρέπει να προστατευτούν (κοινωνία, οικονομία, περιβάλλον).

Είναι ανάγκη να αξιοποιούνται οι νομοθετικές προβλέψεις, με την ενσωμάτωσή τους στον επιχειρησιακό σχεδιασμό στο πλαίσιο ενός ενιαίου εθνικού σχεδίου προστασίας και ασφάλειας από τις πυρκαγιές δασών και υπαίθρου. Η αντιμετώπιση όλων των παραπάνω ζητημάτων θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ενός επιστημονικού, συμβουλευτικού και συντονιστικού οργανισμού για τη συστηματική οργάνωση της διαχείρισης των Πυρκαγιών Δασών και Υπαίθρου (ΟΔΙΠΥ) σε εθνικό επίπεδο.

Ο οργανισμός αυτός θα πρέπει να λειτουργεί επιτελικά και συνεργατικά με τους άλλους αρμόδιους φορείς έχοντας ρόλο συμβουλευτικό, συντονιστικό και επιτελικό σε θέματα διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών στη χώρα και την αποστολή να σχεδιάζει, να παρακολουθεί και να δίνει ρυθμό στο επιχειρησιακό έργο της διαχείρισης των πυρκαγιών δασών και υπαίθρου.

Χωρίς ένα τέτοιο μηχανισμό δεν θα είναι δυνατό να επιτευχθεί, ούτε η συνεχής και ουσιαστική προσπάθεια για την πρόληψη, ούτε το απαραίτητο κλίμα και πνεύμα συνεργασίας ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών